σύλληψη Συνώνυμα



Σύλληψη Συνώνυμα Επίθετο μορφή

  • αξιοσημείωτη, εντυπωσιακή, ενδιαφέρουσα, συμμετοχή, συναρπαστική, συναρπαστικό, λαβών.

Σύλληψη Συνώνυμα Ουσιαστικό μορφή

  • διατύπωση, ιδεασμός, κερδοσκοπία, φαντασία, προέλευση, οπτικοποίηση, διαλογισμός.
  • ιδέα, σκέψη, έννοια, εντύπωση, φαντασία, έπαρση, θέα, συναίσθηση, άποψη.
  • κατοχή, σύλληψη, λαμβάνοντας, αλιευμάτων, νίκη, ανησυχία, πίστωση.
  • κράτησης, σύλληψη, ανησυχία, περιλαίμιο, φυλάκιση.
  • σταματήσει, διακοπή, παύση, καταστολή, απόφραξη, αναστολή.

Σύλληψη Συνώνυμα Ρήμα μορφή

  • αδράξουμε, σύλληψη, συλλάβει, περιορίζουν, φυλακίζουν, φυλακή, γιακάς, συλλαμβάνω, πρέζα.
  • ασκούν, προσελκύουν μονοπωλώ, απορροφούν, συναρπάζει, ίντριγκα, πιάσιμο, καρφιών, spellbind.
  • επίτευξη, κερδίζουν, αποκτήσουν, να αποκτήσουν, να, προμηθεύονται, να εξασφαλίζει, να κάνει, κερδίσει.
  • κατανοήσει, καταλαβαίνω, πιάστε, αντιλαμβάνονται, ξέρω, διακρίνουμε, συνειδητοποιούν, εκτιμώ, ακολουθήστε, αναγνωρίζουν.
  • κατάσχεση, αλιευμάτων, πιάστε, σύλληψη, συλλάβει, γωνία, snare, παγίδα, λάβει, γιακάς.
  • σταματήσει, έλεγχος, μείνετε, εμποδίζουν, αναστέλλουν, διακόπτουν, στάβλος, καταστέλλουν.
  • συλλάβει, κατάσχεση, αλιευμάτων, κρατούν, nab, πρέζα, προτομή, γιακάς, φυλακή, φυλακίζουν, φυλακίζω.

σύλληψη Συνώνυμο συνδέσεις: αξιοσημείωτη, εντυπωσιακή, ενδιαφέρουσα, συμμετοχή, συναρπαστική, συναρπαστικό, διατύπωση, κερδοσκοπία, φαντασία, προέλευση, διαλογισμός, ιδέα, σκέψη, έννοια, εντύπωση, φαντασία, έπαρση, άποψη, κατοχή, σύλληψη, νίκη, ανησυχία, σύλληψη, ανησυχία, φυλάκιση, σταματήσει, διακοπή, παύση, καταστολή, αναστολή, σύλληψη, φυλακίζουν, φυλακή, πρέζα, ασκούν, απορροφούν, spellbind, επίτευξη, κερδίζουν, αποκτήσουν, να, προμηθεύονται, κατανοήσει, αντιλαμβάνονται, εκτιμώ, ακολουθήστε, αναγνωρίζουν, κατάσχεση, σύλληψη, γωνία, παγίδα, σταματήσει, εμποδίζουν, αναστέλλουν, καταστέλλουν, κατάσχεση, πρέζα, προτομή, φυλακή, φυλακίζουν, φυλακίζω,

σύλληψη Αντώνυμα