μετατροπή Συνώνυμα
Μετατροπή Συνώνυμα Ουσιαστικό μορφή
- proselyte.
- αλλαγή, μετασχηματισμού, τροποποίηση, μετάβαση, προσαρμογή, αναθεώρηση, αντιστροφή, μεταστοιχείωση, μεταμόρφωση.
- μεταστοιχείωση, αλλοίωση, τροποποίηση, μεταμόρφωση, αλλαγή, μετατροπή, ανασυγκρότησης, ανασχηματισμός, μετάφραση, μετουσίωσή της.
Μετατροπή Συνώνυμα Ρήμα μορφή
- αλλαγή, μετατρέψει, μεταβάλλει, ποικίλλουν, μεταμορφώνονται, μεταμορφώσει, μεταφράσει.
- τροποποίηση, retool, μεταρρύθμιση, αναθεώρηση, αναδιοργάνωση, αντιστροφή, εκτροπή, προσαρμογή.
μετατροπή Συνώνυμο συνδέσεις: proselyte,
αλλαγή,
τροποποίηση,
μετάβαση,
προσαρμογή,
αναθεώρηση,
αντιστροφή,
μεταμόρφωση,
αλλοίωση,
τροποποίηση,
μεταμόρφωση,
αλλαγή,
μετατροπή,
μετάφραση,
αλλαγή,
μεταμορφώσει,
μεταφράσει,
τροποποίηση,
αναθεώρηση,
αντιστροφή,
εκτροπή,
προσαρμογή,