κατανοητή Συνώνυμα



Κατανοητή Συνώνυμα Επίθετο μορφή

  • κατανοητή, κατανοητό, σαφές, προφανές, διακριτές, διαυγή, συνεκτική, σαφή, ξεκάθαρη, μπορεί να αναγνωρίσει, πρόδηλη, οριστική, σαφώς καθορισμένες.

κατανοητή Συνώνυμο συνδέσεις: κατανοητή, κατανοητό, προφανές, διαυγή, συνεκτική, ξεκάθαρη,

κατανοητή Αντώνυμα