Ερασιτεχνικό Συνώνυμα
Ερασιτεχνικό Συνώνυμα Επίθετο μορφή
- αντιεπαγγελματική, ανειδίκευτοι, αδέξιος, δεξιός, ανίκανη, άπειροι, bungling, αδέξια, ατελής, άξεστος, ανεπαρκή, κάτω του μετρίου, ερασιτέχνες.
- ερασιτεχνικός.
Ερασιτεχνικό Συνώνυμα Ουσιαστικό μορφή
- αρχάριος, μαθητευόμενος, ανίκανων, ατζαμής, fumbler, νεοσύλλεκτος.
- χομπίστα, nonprofessional, λαϊκός, ερασιτέχνης, dabbler, λάτρης, aficionado, στιλβωμένο, ενθουσιώδης, ανεμιστήρας, φρικιό.
Ερασιτεχνικό Συνώνυμο συνδέσεις: αντιεπαγγελματική,
ανειδίκευτοι,
αδέξιος,
δεξιός,
άπειροι,
bungling,
αδέξια,
άξεστος,
αρχάριος,
ανίκανων,
νεοσύλλεκτος,
λαϊκός,
ερασιτέχνης,
dabbler,
λάτρης,
aficionado,
ενθουσιώδης,
φρικιό,