άξεστος Συνώνυμα


Άξεστος Συνώνυμα Επίθετο μορφή

  • αγροίκος, καυστικό, ανεπεξέργαστο, αμήχανη, βλακώδης, τραχύ, χυδαίο, αδέξιος, ηλίθιος, αχάριστο, ανάγωγος, αγενής.
  • αλλόκοτα, περίεργα, παράξενα, outré, περίεργο, ασυνήθιστο, αλλόκοτη, άγνωστο, αντισυμβατικό, άγνωστη, φανταστική.
  • τραχύ.
άξεστος Συνώνυμο συνδέσεις: αγροίκος, καυστικό, βλακώδης, χυδαίο, αδέξιος, ηλίθιος, αχάριστο, ανάγωγος, αγενής, outré, περίεργο, ασυνήθιστο, αλλόκοτη, άγνωστο, αντισυμβατικό,

άξεστος Αντώνυμα