σφίγγω Συνώνυμα



Σφίγγω Συνώνυμα Ουσιαστικό μορφή

  • αγκαλιάσει, αγκαλιά, συμπλέκτης, συμπίεση, κούμπωμα.

Σφίγγω Συνώνυμα Ρήμα μορφή

  • εξασφαλίζει, στερεώστε, καρφί, πριτσίνια, σφιγκτήρα, που, διορθώσετε, pinion.
  • επιβεβαιώνουν, εγκατασταθούν, αποφασίσει, καθορίσει, που, συμπέρασμα, δημιουργία, περατωθεί, κορυφώνονται, δεσμεύουν, καρφί, το παγωτό.
  • κατανοήσουν, πιάσιμο, κοντά, να κλειδώσετε, σφίξτε, τεταμένη, να σύμβαση, να σφίγγω, τρίξιμο.
  • συμπίεση, δεσμεύοντας, σύμβαση, στενό, συρρικνωθεί, συμπυκνώνονται, σφίγγω, κράμπα, σφίξτε, πρέζα, πνίγω.

σφίγγω Συνώνυμο συνδέσεις: αγκαλιά, συμπίεση, κούμπωμα, στερεώστε, καρφί, που, επιβεβαιώνουν, εγκατασταθούν, καθορίσει, που, συμπέρασμα, δημιουργία, κορυφώνονται, δεσμεύουν, καρφί, σφίξτε, τεταμένη, τρίξιμο, συμπίεση, συρρικνωθεί, συμπυκνώνονται, σφίγγω, σφίξτε, πρέζα, πνίγω,

σφίγγω Αντώνυμα