τολμηρή Συνώνυμα
Τολμηρή Συνώνυμα Επίθετο μορφή
- ατρόμητος, τολμηρό, τόλμη, παράτολμος, θαρραλέος, εύρωστα, γενναίος.
- άφοβος, θαρραλέος, γενναίος, γενναία, τολμηρή, ατρόμητος, παλληκάρι, stout, αποφασιστική, περιπετειώδη, επιχειρηματική, προκλητικός.
- έντονη, ισχυρή, δυναμική, ζωντανή, κακεντρεχές, εμφατικό, εντυπωσιακή, προεξέχοντα, πολύχρωμο, συλλαμβάνοντας, αιχμαλωτίζουν το βλέμμα.
- θρασύς, θράσος, ξεδιάντροπη, αλαζονικό, προς τα εμπρός, αναιδής, υποθέτοντας ότι, φρέσκο, ασεβείς.
- ξεδιάντροπη, προς τα εμπρός, και καταλήγει στα πιο, αναιδής, αυθάδης, θράσος, θρασύς, pert.
τολμηρή Συνώνυμο συνδέσεις: ατρόμητος,
τολμηρό,
τόλμη,
παράτολμος,
θαρραλέος,
εύρωστα,
γενναίος,
άφοβος,
θαρραλέος,
γενναίος,
γενναία,
τολμηρή,
ατρόμητος,
παλληκάρι,
αποφασιστική,
περιπετειώδη,
επιχειρηματική,
προκλητικός,
έντονη,
ισχυρή,
δυναμική,
ζωντανή,
εντυπωσιακή,
πολύχρωμο,
θράσος,
ξεδιάντροπη,
αλαζονικό,
προς τα εμπρός,
αναιδής,
υποθέτοντας ότι,
ασεβείς,
ξεδιάντροπη,
προς τα εμπρός,
αναιδής,
αυθάδης,
θράσος,
pert,