σκιερό Συνώνυμα



Σκιερό Συνώνυμα Επίθετο μορφή

  • σκιερά.
  • ύποπτες, ύποπτος, αμφισβητήσιμη, δόλια, παράνομη, κακόφημο, ανέντιμη, διφορούμενη, αναξιόπιστες, αναξιόπιστος, απίθανος, αμφίβολη, ολισθηρό, στραβό, αδίστακτοι.

σκιερό Συνώνυμο συνδέσεις: σκιερά, ύποπτες, αμφισβητήσιμη, δόλια, παράνομη, ανέντιμη, αναξιόπιστος, απίθανος, αμφίβολη, αδίστακτοι,

σκιερό Αντώνυμα