ξύπνιος Συνώνυμα
Ξύπνιος Συνώνυμα Επίθετο μορφή
- άγρυπνος, σε εγρήγορση, άγρυπνο, προσεκτικός, σε επιφυλακή.
- προσεκτικός, συνειδητή, σε έντονη εγρήγορση.
Ξύπνιος Συνώνυμα Ρήμα μορφή
- αφυπνίζω, αφυπνίσει, διεγείρουν, αφύπνισης, ξυπνήστε.
- διεγείρει, σπίθα, τόνωση, δραστηριοποιείται, διεγείρουν, ταράζουν, παρακινήσει, κίνηση, υποκινούν, προκαλούν, βάλει φωτιά σε τούτη, εμπνεύσει.
ξύπνιος Συνώνυμο συνδέσεις: άγρυπνο,
προσεκτικός,
προσεκτικός,
συνειδητή,
αφυπνίζω,
διεγείρουν,
διεγείρει,
σπίθα,
τόνωση,
δραστηριοποιείται,
διεγείρουν,
ταράζουν,
παρακινήσει,
κίνηση,
προκαλούν,
βάλει φωτιά σε τούτη,
εμπνεύσει,