επιπλήξει Συνώνυμα
Επιπλήξει Συνώνυμα Ρήμα μορφή
- επιπλήξει, κατακρίνω, τιμωρήσει, μαλώνω, επίπληξη, αποδοκιμάζουν, πρόταση μομφής, διάλεξη, παίρνουν στο στόχο, μασά έξω.
- μαλώνω, ενετόπισε, ποσοστό, κατηγορούν, επίπληξη, μομφή, κατακρίνω, κατηγορώ, πρόταση μομφής, vituperate, σιδηροδρομικές, βρίζω, τιμωρώ, έκκληση προς τα κάτω, φόρεμα, μασά έξω.
- προειδοποιούν, προσοχή, συναγερμού, δικηγόρος, συμβουλεύει, πληροφορήστε, ευαισθητοποίηση, δίνω.
επιπλήξει Συνώνυμο συνδέσεις: επιπλήξει,
κατακρίνω,
τιμωρήσει,
μαλώνω,
επίπληξη,
αποδοκιμάζουν,
διάλεξη,
μασά έξω,
μαλώνω,
ποσοστό,
κατηγορούν,
επίπληξη,
μομφή,
κατακρίνω,
vituperate,
βρίζω,
τιμωρώ,
φόρεμα,
μασά έξω,
προειδοποιούν,
προσοχή,
συναγερμού,
δικηγόρος,
πληροφορήστε,
δίνω,