βασανίζω Συνώνυμα
Βασανίζω Συνώνυμα Ρήμα μορφή
- απασχολούν, παρενοχλούν, στοιχειώνουν, μονοπωλώ, πανούκλα, enthrall, τρέλα, αγωνία, βασανίζει, επιδιώκουν, ο χάρι.
- τιμωρώ, γδέρνω, τριχωτό της κεφαλής, του δέρματος, επίθεση, απειλήσουν, κάθετος, scathe, ψητό, εγκαύματα, κυψέλη, rip σε, δάκρυ στα, γαμώτο, άγριος, ψέγω, βρίζω, κατάχρηση, κακολογώ, κατάρα, execrate, κόψουν.
βασανίζω Συνώνυμο συνδέσεις: απασχολούν,
μονοπωλώ,
πανούκλα,
enthrall,
τρέλα,
αγωνία,
τιμωρώ,
γδέρνω,
επίθεση,
απειλήσουν,
scathe,
ψητό,
εγκαύματα,
κυψέλη,
rip σε,
γαμώτο,
άγριος,
ψέγω,
βρίζω,
κατάρα,
execrate,