αυστηρότητα Συνώνυμα


Αυστηρότητα Συνώνυμα Ουσιαστικό μορφή

  • ακρίβεια, ακριβείας, ορθότητα, σχολαστικότητα, punctiliousness, finicalness, λεπτότητα, πληρότητα.
  • αυστηρότητα, σοβαρότητα, λιτότητας, σκληρότητα, σταθερότητα, ακαμψία, πείσμα.
  • δυσφορία, δυσκολίες, αντιξοότητες, στέρηση, αγωνία, δοκιμασία, δίκη, θλίψη, πρόκληση, δυσκολία.
αυστηρότητα Συνώνυμο συνδέσεις: ακρίβεια, ορθότητα, λεπτότητα, πληρότητα, αυστηρότητα, λιτότητας, σκληρότητα, ακαμψία, πείσμα, δυσφορία, αντιξοότητες, στέρηση, αγωνία, δοκιμασία, δίκη, θλίψη, πρόκληση, δυσκολία,

αυστηρότητα Αντώνυμα