αμφισβητήσιμο Συνώνυμα



Αμφισβητήσιμο Συνώνυμα Επίθετο μορφή

  • ακαδημαϊκό, υποθετική, φιλοσοφικά, unreal, μεταφυσική, εικαστικό, θεωρητική, suppositional.
  • προσβλητικό, δυσάρεστος, απεχθές, άστοχα, απαράδεκτη, λυπηρό, δυσάρεστη, ανθυγιεινός, ανεπιθύμητη, ανυπόφορος, ανούσιος, επιβλαβείς.
  • συζητήσιμο, αμφισβητήσιμο, άλυτα, άστατος, απροσδιόριστο, αναποφάσιστοι, συζητήσιμη, αμφισβητήσιμη, αμφιλεγόμενη, controvertible, προβληματική, άνοιγμα.

Αμφισβητήσιμο Συνώνυμα Ρήμα μορφή

  • συζήτηση.

αμφισβητήσιμο Συνώνυμο συνδέσεις: ακαδημαϊκό, μεταφυσική, εικαστικό, θεωρητική, λυπηρό, δυσάρεστη, ανθυγιεινός, ανεπιθύμητη, ανυπόφορος, ανούσιος, επιβλαβείς, συζητήσιμο, αμφισβητήσιμο, άστατος, συζητήσιμη, αμφισβητήσιμη, controvertible, προβληματική, συζήτηση,

αμφισβητήσιμο Αντώνυμα