Συγγενείς Συνώνυμα
Συγγενείς Συνώνυμα Επίθετο μορφή
- γενέθλιο, connate, εγγενή, ριζωμένη, έμφυτη, καθαρές, κληρονομική, συνταγματικό, φυσικό.
- οικογενειακές, akin, αδελφή, σχετικά, συμμαχικές, cognate, σχετικός, consanguine.
- οικογενή, akin, που αφορούν, σχετικός, cognate, αδελφική, consanguine.
- όπως, συμπαθής, παρόμοιο, που μοιάζουν με, akin, που αφορούν, συμμαχικές, συνδεδεμένες, αντίστοιχα, ανάλογη.
Συγγενείς Συνώνυμα Ουσιαστικό μορφή
- αίμα, κάθοδος, απόθεμα, σάρκα, οικογένεια, kinfolk, συγγενείς, συγγένειας, εκχύλιση, σχέση.
- αίμα, σάρκα, κάθοδος, απόθεμα, γενεαλογία, στέλεχος, συγγένεια, σχέση, συγγένειας.
- συγγένεια, σχέση, ομοιότητα, αλληλογραφία, συμμόρφωσης.
- συγγενείς, σχέσεις, οικογένεια, σόι, γνωστοί, λαοί, άνθρωποι.
- συγγενείς, σχέσεις, οικογένεια, σόι, γνωστοί, λαοί, άνθρωποι.
Συγγενείς Συνώνυμο συνδέσεις: εγγενή,
έμφυτη,
φυσικό,
akin,
cognate,
σχετικός,
akin,
σχετικός,
cognate,
αδελφική,
συμπαθής,
akin,
ανάλογη,
απόθεμα,
σάρκα,
οικογένεια,
συγγενείς,
συγγένειας,
σχέση,
σάρκα,
απόθεμα,
γενεαλογία,
στέλεχος,
συγγένεια,
σχέση,
συγγένειας,
συγγένεια,
σχέση,
ομοιότητα,
αλληλογραφία,
συγγενείς,
σχέσεις,
οικογένεια,
συγγενείς,
σχέσεις,
οικογένεια,