πενιχρή αμοιβή Συνώνυμα



Πενιχρή Αμοιβή Συνώνυμα Ουσιαστικό μορφή

  • dole, άκαρι, σαχλαμάρα, driblet, μικρή ποσότητα, σιτηρέσιο, ανεπάρκεια, κατανομής, ελεημοσύνη, επίδομα, φιλανθρωπία.

πενιχρή αμοιβή Συνώνυμο συνδέσεις: άκαρι, μικρή ποσότητα, ανεπάρκεια, ελεημοσύνη, φιλανθρωπία,

πενιχρή αμοιβή Αντώνυμα