αυταρχικό Συνώνυμα


Αυταρχικό Συνώνυμα Επίθετο μορφή

  • επίμονη, αυθαίρετη, καταθλιπτικός, δογματική, δογματικός, αλαζονική, δικτατορικό, αγέρωχη, αυταρχικό, περιορισθούμε, απόλυτη.
  • τελική, πειστικά, αποφασιστική, δεσμευτική, αμετάκλητη, απόλυτη, κατηγορηματική, αναμφισβήτητο, επιβλητική, επιταγή, έγκυρες.
αυταρχικό Συνώνυμο συνδέσεις: επίμονη, καταθλιπτικός, δογματική, δογματικός, αλαζονική, δικτατορικό, αγέρωχη, αυταρχικό, περιορισθούμε, απόλυτη, αποφασιστική, δεσμευτική, αμετάκλητη, απόλυτη, κατηγορηματική, έγκυρες,

αυταρχικό Αντώνυμα