φουσκώνουν Συνώνυμα



Φουσκώνουν Συνώνυμα Ρήμα μορφή

  • επεκτείνετε, φουσκώνω, πρήζω, ρουφηξιά επάνω, πρηστεί, παχαίνουν, τεντώσει, αερίστε, μεγέθυνση, αύξηση, μεγεθύνετε, αυξάνονται, αυξηθεί, υπερβάλλουν, κλιμακωθεί.

φουσκώνουν Συνώνυμο συνδέσεις: φουσκώνω, πρήζω, μεγέθυνση, αύξηση, μεγεθύνετε, αυξηθεί, υπερβάλλουν,

φουσκώνουν Αντώνυμα