ξεχαρβαλωμένος Συνώνυμα



Ξεχαρβαλωμένος Συνώνυμα Επίθετο μορφή

  • επισφαλής, ταλαντευόμενος, ετοιμόρροπος, αδύνατος, υπέργηρος, ασήµαντο, jerrybuilt, ασταθής, ασταθείς, παραπαίουσα, αδύναμο, αδύναμοι.

ξεχαρβαλωμένος Συνώνυμο συνδέσεις: επισφαλής, υπέργηρος, ασήµαντο, jerrybuilt, ασταθής, ασταθείς, αδύναμοι,

ξεχαρβαλωμένος Αντώνυμα