κρατήσει Συνώνυμα
Κρατήσει Συνώνυμα Ουσιαστικό μορφή
- προς το ζην, υποστήριξη, σημαίνει, συντήρηση, διαβίωσης, τροφή.
Κρατήσει Συνώνυμα Ρήμα μορφή
- διατήρηση, διαχείριση, συμπεριφοράς, τρέχει, λειτουργούν, ασχολείται με, το εμπόριο, απόθεμα.
- κρατήστε, διατηρούν, έχουν, κατέχουν, τον έλεγχο.
- κρατούν, διατηρούν, αποθεματικό, να περιορίσει, περιορίζουν, εμπόδιζαν, να καθυστερήσει, να εμποδίζουν, καθυστερούν.
- παραμένουν, κρατήστε, κρατήστε για, κρατήστε γρήγορα, διατηρήσουν, διατηρούν.
- παρατηρούν, γιορτάζουν, τον εορτασμό, τιμήσει, εκτελέσει, εκπληρώσει, κρατήστε, τηρούν.
- συνεχίσει, διατηρήσουν, διατηρούν, μείνετε, υποστήριξη, εξασφαλίζει, διατήρηση, προστασία.
κρατήσει Συνώνυμο συνδέσεις: υποστήριξη,
σημαίνει,
συντήρηση,
τροφή,
διατήρηση,
διαχείριση,
απόθεμα,
κρατήστε,
έχουν,
κατέχουν,
καθυστερούν,
παραμένουν,
κρατήστε,
διατηρήσουν,
τον εορτασμό,
εκπληρώσει,
κρατήστε,
διατηρήσουν,
υποστήριξη,
διατήρηση,
προστασία,