ιδιότροπος Συνώνυμα


Ιδιότροπος Συνώνυμα Επίθετο μορφή

  • εκκεντρικός, διεστραμμένη, γκρινιάρης, ακανόνιστη, παλαβός, αλλόκοτη, φαντασιόπληκτος, αυθαίρετη, ιδιόμορφη, περίεργο, απρόβλεπτη, ιδιόρρυθμος, παράξενος, fey.
ιδιότροπος Συνώνυμο συνδέσεις: εκκεντρικός, διεστραμμένη, γκρινιάρης, ακανόνιστη, παλαβός, αλλόκοτη, ιδιόμορφη, περίεργο, απρόβλεπτη, παράξενος, fey,

ιδιότροπος Αντώνυμα