βλάπτει Συνώνυμα
Βλάπτει Συνώνυμα Ουσιαστικό μορφή
- εξύβριση, προσβολή, θλίψη, ενόχληση, αμηχανία, νέκρωση, ταπείνωση.
- πληγή, μώλωπας, φυσήξει βλάψει, βλάψει, πόνος, pang, πονούν.
Βλάπτει Συνώνυμα Ρήμα μορφή
- προσβάλω, προσβολή, λάθος, κακοποίηση, κακομεταχείριση, vex, φθόνο, χαλάσει, αγωνία, πανούκλα, θύμα.
- τραυματίσει, βλάψει, πληγή, βλάψουν, μαρ, ακρωτηριάσουν, ακρωτηριάζουν, βασανιστήρια, πόνο, πονούν.
βλάπτει Συνώνυμο συνδέσεις: εξύβριση,
προσβολή,
θλίψη,
ενόχληση,
αμηχανία,
νέκρωση,
πληγή,
πόνος,
pang,
πονούν,
προσβάλω,
προσβολή,
λάθος,
κακομεταχείριση,
φθόνο,
χαλάσει,
αγωνία,
πανούκλα,
θύμα,
πληγή,
βλάψουν,
μαρ,
ακρωτηριάσουν,
ακρωτηριάζουν,
βασανιστήρια,
πονούν,