ακάθαρτο Συνώνυμα


Ακάθαρτο Συνώνυμα Επίθετο μορφή

  • ακαθάριστο άσεμνος, αναιδής, χαλαρά, ανήθικο, χοντρό, ακάθαρτο, ρυπαρός, άσεμνο, χυδαίου.
  • βρώμικο, ακάθαρτο, φάουλ, μόλυνση, μολυσμένο.
ακάθαρτο Συνώνυμο συνδέσεις: αναιδής, ακάθαρτο, ρυπαρός, άσεμνο, βρώμικο, ακάθαρτο, φάουλ,

ακάθαρτο Αντώνυμα