Τετριμμένο Συνώνυμα


Τετριμμένο Συνώνυμα Επίθετο μορφή

  • χωρίς φαντασία, κοινός τόπος, θαμπό, συνήθης, μονότονη, προσυ, κάθε μέρα, πεζών, πληκτικός, ήμερα, κουραστική, κοινότοπο, κοινοτοπικός, ανούσιος.
Τετριμμένο Συνώνυμο συνδέσεις: θαμπό, συνήθης, μονότονη, προσυ, πεζών, πληκτικός, ήμερα, κοινότοπο, κοινοτοπικός, ανούσιος,

Τετριμμένο Αντώνυμα