Αλείφονταν Συνώνυμα


Αλείφονταν Συνώνυμα Ρήμα μορφή

  • αφιερώνω, ευλογεί, αγιάσει, γειά σου, διορίζω, στέγαση, στέμμα, βάζουν τα χέρια.
Αλείφονταν Συνώνυμο συνδέσεις: αφιερώνω, ευλογεί, αγιάσει, γειά σου, στέμμα,