δειλός Συνώνυμα


Δειλός Συνώνυμα Επίθετο μορφή

  • άβουλη, δειλή, craven, δειλός, αγενής, φοβισμένοι, θαρραλέα, ανήσυχος, φοβισμένος, κίτρινο, άτονα, φοβάται.
  • άτολμη.
  • δειλή.
  • νευρικός, νευρικό, τεταμένη, φοβισμένος, στην άκρη, ανήσυχος, ανήσυχο, ντροπαλός, δειλή, δειλός, νευρική υπερένταση.

Δειλός Συνώνυμα Ουσιαστικό μορφή

  • άνανδρος, milksop, recreant, λιποτάκτης, cad, γνωρίζουν, caitiff, κρέιβεν, mollycoddle, flincher, cur, sissy, αδύναμο αδελφή, milquetoast.
δειλός Συνώνυμο συνδέσεις: άβουλη, craven, δειλός, αγενής, φοβισμένοι, θαρραλέα, ανήσυχος, φοβισμένος, κίτρινο, άτονα, φοβάται, νευρικός, νευρικό, τεταμένη, φοβισμένος, στην άκρη, ανήσυχος, ανήσυχο, ντροπαλός, δειλός, άνανδρος, milksop, recreant, λιποτάκτης, cad, γνωρίζουν, caitiff, mollycoddle, cur, milquetoast,

δειλός Αντώνυμα