τραυματισμό Συνώνυμα


Τραυματισμό Συνώνυμα Ουσιαστικό μορφή

  • αδικία, λάθος, βλάβη, οργή, κακό, άρρωστος, όλεθρος, κατάχρηση, ταπείνωση, αδικίας.
  • πληγή, να βλάψει, βλάβη, φθορά λόγω τριβής, βαθειά πληγή, μελανιά, ακρωτηριασμός, παραμόρφωση, ζημία.
τραυματισμό Συνώνυμο συνδέσεις: αδικία, λάθος, βλάβη, οργή, κακό, άρρωστος, όλεθρος, πληγή, βλάβη, βαθειά πληγή, μελανιά, ζημία,

τραυματισμό Αντώνυμα