μητροπολίτης Συνώνυμα


Μητροπολίτης Συνώνυμα Επίθετο μορφή

  • αστικές, δημοτικό, megalopolitan, citified, αστικοποιημένες.
μητροπολίτης Συνώνυμο συνδέσεις: citified,

μητροπολίτης Αντώνυμα