ελευθερώσει Συνώνυμα



Ελευθερώσει Συνώνυμα Ρήμα μορφή

  • ελεύθερο, χειραφέτηση, παραδώσει, διάσωσης, απελευθέρωση, υπάρχει, απεμπλακούν, απαλλαγή, εξαργυρώσετε, αποδεσμεύω, βγει, νοικιάζω, σας αφήσει χαλαρά.

ελευθερώσει Συνώνυμο συνδέσεις: χειραφέτηση, παραδώσει, διάσωσης, απελευθέρωση, υπάρχει, απαλλαγή, αποδεσμεύω, βγει,

ελευθερώσει Αντώνυμα