δεσμοφύλακας Συνώνυμα


Δεσμοφύλακας Συνώνυμα Ουσιαστικό μορφή

  • αρχιφύλακας, δεσμοφύλακα, warder, φύλακας, απαγωγέα, φρουρά, διόρθωση αξιωματικός, κλειδί στο χέρι, βίδα.
δεσμοφύλακας Συνώνυμο συνδέσεις: warder, φύλακας, φρουρά,