Μοναχική Συνώνυμα
Μοναχική Συνώνυμα Επίθετο μορφή
- ενιαία, γλώσσα, μία, μοναδική, ξεχωριστή, ειδικό, μόνο, ένα και μόνο, αποκλειστική, απαράμιλλη, ενικό.
- έρημος, μοναχικό, απεγνωσμένη, lorn, εγκαταλελειμμένα, έρημη, friendless, απόβλητος, αντιπαθή, εγκατέλειψες, αντιλαϊκές, αποκλεισμένες.
- χώρια, και μόνο, cloistered, ξεχωριστό, μοναστική, σόλο, companionless, hermitic, αποσύρονται, μοναχικός, χωρίς παρακολούθηση, ασυνόδευτα.
Μοναχική Συνώνυμα Ουσιαστικό μορφή
Μοναχική Συνώνυμο συνδέσεις: γλώσσα,
μόνο,
απαράμιλλη,
έρημος,
απεγνωσμένη,
friendless,
απόβλητος,
χώρια,
cloistered,
σόλο,
μοναχικός,
ερημίτης,