Αλλοπαρμένος Συνώνυμα


Αλλοπαρμένος Συνώνυμα Επίθετο μορφή

  • βαλσαμώδη.
Αλλοπαρμένος Συνώνυμο συνδέσεις: βαλσαμώδη,