Άπειρους Συνώνυμα


Άπειρους Συνώνυμα Επίθετο μορφή

  • άπειρος, ανώριμο, πράσινο, νέα, unpracticed, δοκιμαστεί στην πράξη, ανειδίκευτοι, άψητο, αμύητους, άγνωστο, raw, εν αγνοία, unschooled, άγνοια, απλές, άπειροι, χωρίς επιφυλάξεις, ανεκπαίδευτο.
Άπειρους Συνώνυμο συνδέσεις: άπειρος, πράσινο, νέα, ανειδίκευτοι, άγνωστο, εν αγνοία, άγνοια, απλές, άπειροι,

Άπειρους Αντώνυμα