Περιηγηθείτε σε όλα Συνώνυμα


  • Παρέκβαση Συνώνυμα: απόκλιση, divagation, περιθωριακό, αναχώρηση, υποσημείωση, διακλάδωση, παρένθεση, απόστροφο, παρεμπιπτόντως, άσχετο, παράκαμψη, bypath.
  • Παρεκκλίνουν Συνώνυμα: μειώσω.
  • Παρεκκλίνουσας Συνώνυμα: ανώμαλη.
  • Παρέλαση Συνώνυμα: επίδειξη, επίδειξη, επίδειξη, φαντασμαγορία, λαμπρότητα, θέαμα.μαρτίου, αρχείο, μολύνουν, ρυθμό, βήμα, με τα...
  • Παρελθόν Συνώνυμα: ιστορία, αντικείμενα αντίκων, χτες, μέχρι τώρα.πρόσφατες, προηγούμενο, προηγούμενο, πρώην, τέλη, ανωτέρω,...
  • Παρέλκει Συνώνυμα: πλεονασμού.
  • Παρέλκει Η Έκδοση Αποφάσεως Συνώνυμα: επιδικάζω.
  • Παρελκόμενα Συνώνυμα: ραντεβού.
  • Παρεμβαίνει Συνώνυμα: παρέμβει, αναμιχθεί, αντιτίθενται, σύγκρουση, σύγκρουση, αντιμετώπιση, εισβάλλουν, διακόπτουν, εμποδίζουν, μειονέκτημα, εμποδίζουν, παρέμβω, συγκράτηση, παρέμβει, πισινό.
  • Παρεμβάλλονται Συνώνυμα: διακοπή.εισαγωγή.
  • Παρεμβάλλω Συνώνυμα: διακοπή.
  • Παρέμβει Συνώνυμα: διαιτησία.
  • Παρεμβολή Συνώνυμα: διακοπή, παρεμβολή, παρεμβολή, παρέκβαση, διείσδυση, εισαγωγής, παρένθεση, παρεμπιπτόντως, απόστροφος.
  • Παρεμπιπτόντως Συνώνυμα: με την ευκαιρία, εν παρόδω, παρενθετικά, επίκαιρος, κατά τύχη, κατά λάθος, συμπτωματικά.
  • Παρενόχληση Συνώνυμα: ενόχληση.ενοχλήσει, τον κόπο, πανούκλα, ενοχλούν, vex, ανησυχείτε, ο χάρι, βασανίζει, ενοχλώ, ταλαιπωρούν, ασβός, φοβίζω, νταής, πολιορκώ, εκφοβίσει, απειλούν, διώκουν.
  • Παρενοχλώ Συνώνυμα: accost, κατάχρηση, κάνει προόδους, να προσβολή, προσβολή, επίθεση, να κακομεταχειρίζονται, να κάνουν κατάχρηση,...
  • Παρεξηγηθεί Συνώνυμα: παραγνωρισμένοι, υποτιμάται, slighted, υποτιμημένο, αγνόησε, άγνωστη, εσφαλμένα, περιφρονημένη, misprized, ανομολόγητο, απεχθής, απορρίφθηκε.
  • Παρεξήγηση Συνώνυμα: λάθος, παρερμηνεία, παρεξήγηση, εσφαλμένο υπολογισμό, γκάφα, σφάλμα, παρερμηνεία, εσφαλμένη ανάγνωση.διαμάχη, διαφωνία, παράβαση, διαφωνία, διχόνοια, διαφορά, ρήξη, σύγκρουση.
  • Παρεξηγώ Συνώνυμα: err, υπολογίζω κακώς, λάθος, misapprehend, παρερμηνεύουν, προδικάζει, misconceive, διαπράττει σφάλμα, παρερμηνευθεί αυτό, παρερμηνεύουν.
  • Παρεπόμενα Συνώνυμα: ανάλογα, ενδεχόμενες, υπόκεινται, συνακόλουθα, τις συναφείς, που αφορούν, ευθύνεται, δυνατό, περιστασιακή,...
  • Πάρεργο Συνώνυμα: απασχόληση, χόμπι, χόμπι, εκτροπής, διασκέδαση, χαλάρωση, απόσπαση της προσοχής, αναψυχής, επιπλέον, ενδιαφέρον.
  • Παρερμηνεύει Συνώνυμα: παρανοούν.
  • Παρερμηνευθεί Αυτό Συνώνυμα: παρανοούν.
  • Παρερμηνεύουν Συνώνυμα: παρανοούν.
  • Πάρετε Συνώνυμα: αποκτήσουν, λάβετε, αποκτούν, κερδίζουν, καρπωθούν, φέρω, αποκτήσουν, προμηθεύονται, κερδίσει,...
  • Πάρετε Μαζί Συνώνυμα: συλλέγουν, συσσωρεύουν, συσσωρεύονται, σωρού μέχρι, δρομολόγηση, συγκεντρώσει, συναρμολόγηση.συμφωνώ, να...
  • Παρευρισκομένων Συνώνυμα: θεατής, περαστικό, looker-on, παρατηρητής, παρατηρητής, θεατής, θεατής, μάρτυρας, αυτόπτης μάρτυρας, kibitzer.
  • Παρέχουν Συνώνυμα: παράγει, καθιστούν, την πολυτέλεια, απόδοση, δίνουν, προκαλούσε, φέρει, μεταδώσει, δανείζουν,...
  • Παρηγορητική Συνώνυμα: συμπάθεια, καλόκαρδο, φιλανθρωπικές, μεγαλόψυχος, ελεήμων, επιεικείς, κλήμης, καλοπροαίρετη, απαλή, τρυφερή, επιεικής, καλοήθεις.
  • Παρηγορητικός Συνώνυμα: παρήγορο.
  • Παρηγοριά Συνώνυμα: άνεση, ευλογία, παρηγοριά, διαβεβαίωση, βοήθεια, ενθάρρυνση, ώθηση, υποστήριξη, ανώδυνη, ανακούφιση,...
  • Παρήγορο Συνώνυμα: καταπραϋντική, υποστηρικτική, ενθάρρυνση, καθησυχαστικό, εξευμενισμού, solacing, ανακούφιση, ενθαρρυντικό, bolstering, succoring, χαρούμενα, παρηγορητικός.
  • Παρηκμασμένη Συνώνυμα: απαξιωθεί, φθίνουσα, εκφυλίζονται, σάπιοι, μαραμένα, εξαντλημένος, εξουθένωση, σπιλώνεται, ταλαιπωρημένα, τεχνητή, κατεστραμμένο, debauched, εξεζητημένος, ανθυγιεινός, εσφαλμένες.
  • Παρθένα Συνώνυμα: αγνό, αμόλυντα, αμόλυντη, ανέγγιχτη, unmarred, unsullied, παρθένα, παρθένο, παρθενική, άμωμος, άψογη.αρχέγονη,...
  • Παρθενική Συνώνυμα: maidenly, παρθένων, απέριττος, καθαρό, άγαμος, ήπειρο.παρθένο.
  •