Άνοδο Αντώνυμα
Άνοδο Αντώνυμα Ουσιαστικό μορφή
- βουτιά, κοιλάδα, κατάθλιψη, κοίλο, τσέπη, κοιλότητα, στο χαμηλότερο σημείο.
- καθόδου, κατάδυση, που υπάγονται, ναυάγιο, πτώση.
- παρακμή, υποβάθμιση, μείωση, αποτυχία, οπισθοδρόμηση, εξανεμίζεται, comedown, πτώση, ύφεση.
Άνοδο Αντώνυμα Ρήμα μορφή
- γίνει απόσβεση, παρακμή, κατρακύλισμα, στεγνωτήρια, πτώση.
- κατεβαίνουν, πτώση, κάντε μια βουτιά, πάει κάτω.
- κάτσε κάτω, ανάπαυση, πλαγιάζω, ξαπλώνουν.
- μειωθεί, αποτυγχάνουν, πτώση, ξεθωριάζει, μειώνει.

