συμπυκνώνονται Συνώνυμα


Συμπυκνώνονται Συνώνυμα Ρήμα μορφή

  • abridge, συντομεύσει, να συντομεύσει, χωνέψει, μείωση, συμβάσεων.
  • συμπίεση, επικεντρωθεί, decoct, πυκνώσει, συμπαγής, εδραίωση, στερεοποιηθεί, σφίγγω.
συμπυκνώνονται Συνώνυμο συνδέσεις: abridge, συντομεύσει, μείωση, συμπίεση, decoct, συμπαγής, στερεοποιηθεί, σφίγγω,

συμπυκνώνονται Αντώνυμα