απαρέγκλιτη Συνώνυμα



Απαρέγκλιτη Συνώνυμα Επίθετο μορφή

  • σταθερή, ακλόνητη, συνεπή, αλήθεια, συνεχή, ακλόνητος, ασυμβίβαστο, αποφασιστική, επιχείρηση, σταθερός, αφοσιωμένος.

απαρέγκλιτη Συνώνυμο συνδέσεις: σταθερή, ακλόνητη, αλήθεια, συνεχή, αποφασιστική, επιχείρηση, σταθερός, αφοσιωμένος,

απαρέγκλιτη Αντώνυμα