αδίστακτος Συνώνυμα


Αδίστακτος Συνώνυμα Επίθετο μορφή

  • ανελέητο, άσπλαχνος, χωρίς επιείκεια, άκαρδος, αμείλικτη, αναίσθητος, σκλήρυνση, ανάλγητη, κρύο, σκληρή, άγριος, κτηνώδης.
αδίστακτος Συνώνυμο συνδέσεις: ανελέητο, άσπλαχνος, χωρίς επιείκεια, άκαρδος, αμείλικτη, αναίσθητος, ανάλγητη, κρύο, σκληρή, άγριος, κτηνώδης,

αδίστακτος Αντώνυμα