Περιηγηθείτε σε όλα Αντώνυμα

  • Αισθητή Αντώνυμα: ανεπαίσθητη, άσημος, ασήμαντο, επουσιώδες, αφαιρώ, ελάχιστη.
  • Αισιόδοξη Αντώνυμα: απαισιόδοξη, ζοφερή, απελπισμένος, απελπιστική, αποκαρδιωμένος, πένθιμη.
  • Αισιοδοξία Αντώνυμα: απαισιοδοξία, απόγνωση, αποθάρρυνση.
  • Αιχμής Αντώνυμα: ναδίρ, κατάθλιψη, ελάχιστο, μηδενικό, συντριβή, κατάρρευση, πανωλεθρία.
  • Αιώνια Αντώνυμα: προσωρινή, παροδική, αλλοιώσιμα, θνητός, εφήμερα, εφήμερος, παροδική, φευγαλέα, βραχύβια, στιγμιαία,...
  • Ακαθάριστο Αντώνυμα: αξιοπρεπή, ευπρεπής, καθαρό, τακτοποίηση.venial, μικρά, ασήμαντο.φίνο, μικρό, εκλεπτυσμένη, χαριτωμένη,...
  • Ακάθαρτο Αντώνυμα: απέριττος, καθαρό, ηθική, αξιοπρεπή, υγιεινά.καθαρό, πεντακάθαρη, άψογο.
  • Ακαθόριστα Αντώνυμα: σαφείς, διακριτές, ορίζεται, εμφανές.
  • Άκαιρη Αντώνυμα: έγκαιρη, κατάλληλη, βολικό, επίκαιρη, κατάλληλο, ευνοϊκές.
  • Ακανθώδες Αντώνυμα: εύκολο, απλό, ευχάριστη, απλό, εύχρηστο.
  • Ακανόνιστη Αντώνυμα: εξευγενισμένα, τελικό, κομψό, λείο, στιλβωμένο, ομαλή.κανονική, προβλέψιμη, σταθερή, τακτική, τακτική.όλη, νέα,...
  • Άκαρδος Αντώνυμα: παρηγορητική, είδος, χώρο αντικατοπτρίζει την καλόκαρδη, τρυφερό, φιλεύσπλαχνος, συμπονετική, ευγενική.
  • Άκαρι Αντώνυμα: βουνό, φορτίο, αφθονία, πολλά, μάζα, γίγαντας.
  • Άκαρπες Αντώνυμα: επιτυχημένη, κερδοφόρα, παραγωγική, επιβράβευση, αποτελεσματική, πολύτιμο, ευχάριστο.
  • Άκαρπη Αντώνυμα: αποτελεσματική, επιβράβευση, επιτυχής, καρποφόρα, κερδοφόρα.
  • Ακατάλληλα Αντώνυμα: έντονη, κλιματιζόμενα, τακτοποίηση, τραχύ, ισχυρή.κατάλληλο, ειδική, αρμόδια, σε θέση, αποδεκτή.
  • Ακατάλληλο Το Γεγονός Αντώνυμα: σχολαστικός, ευαίσθητος, σχολαστική, εκλεπτυσμένη.
  • Ακαταμάχητη Αντώνυμα: αντιστεκόμενη, ανθεκτικό, αμφισβητήσιμη, αδύναμη, ανίσχυρη.αμφίβολη, αβέβαιο, αμφίβολο, συζητήσιμη, αβάσιμη,...
  • Ακατανόητη Αντώνυμα: κατανοητό, κατανοητή, κατανοητή, προφανές, ξεχωριστή.κατανοητό, σαφή, προφανής, εμφανής, προφανές, δηλωτικό.
  • Ακαταστασία Αντώνυμα: neaten, tidy, απλούστευση, ξεμπερδεύω, ισιώνω.καθαριότητα, νοικοκυροσύνη, μεθοδικότητα.
  • Ακατάστατος Αντώνυμα: τακτοποιημένο, tidy, προσεκτική, σχολαστικός, ερυθρελάτης, περιποίηση.
  • Ακατάσχετη Αντώνυμα: λεπτούς, λιγοστός, αραιά, ανεπαρκή, ανεπαρκή, σπάνιο.τσιγκούνης, μίζερη, μέση, stinting, εγωιστής.
  • Ακεραιότητα Αντώνυμα: ατιμία, απιστία, ανεντιμότητα, ανηθικότητα, αντιπρόεδρος, φαύλο-κότητας.διαίρεση, ο κατακερματισμός,...
  • Ακίνητος Αντώνυμα: κινητό, μετακίνηση, το μεταβαλλόμενο, μετατόπιση, άστατος.
  • Ακμή Αντώνυμα: κάτω, ναδίρ, βάση.
  • Ακόλαστο Αντώνυμα: άγαμος, ασκητής, πουριτανική, μοναχός, οικογενειάρχης.
  • Ακόλαστος Αντώνυμα: παρθενική απέριττος, άγαμος, καθαρό, εγκρατής, monkish.κακοενδεδυμένος, μονότονο, frowzy, shabby, απεριποίητος,...
  • Ακολουθήστε Αντώνυμα: γεννήθηκαν πριν, προηγούνται, προηγούνται, forerun.παρανοούν, παρερμηνευθεί αυτό, παρερμηνεύουν, παρεξηγώ.
  • Ακολουθία Αντώνυμα: ασυνέχεια, διαταραχή, ανωμαλία, μεταλλαγή.
  • Ακόμα Αντώνυμα: ζουν, κίνηση, ζωντανός.ανόμοια, άνιση, άδικο, μεροληπτική, ευνοημένο, προνομιακή.δυνατό, θορυβώδη,...
  • Άκομψα Αντώνυμα: τακτοποιημένο, άμωμος, ερυθρελάτης, έξυπνη, κομψός, περιποίηση.
  • Άκομψη Αντώνυμα: κομψό, εκλεπτυσμένη, γυαλισμένο, χαριτωμένη, σχολαστικός.
  • Άκομψος Αντώνυμα: ελκυστική, χαριτωμένη, κόσμιος, κομψό, τακτοποιημένο, περιποίηση.
  • Ακονίστε Αντώνυμα: θαμπό, αμβλύ.
  • Ακόρεστη Αντώνυμα: satiable, appeasable, quenchable, περιορισμένη, πεπερασμένο.
  • << < 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 > >>